Ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίστηκε και αντιμετωπίστηκε η συνάντηση του Αβέρωφ-Αννίτας Δημητρίου με Διονυσίου-Παναγιώτου του «Πολίτη» εμπεριέχει κάτι σχεδόν γελοίο, αλλά ταυτόχρονα, βαθιά ανησυχητικό. Ο μεγαλύτερος όγκος της δημόσιας συζήτησης αναλώθηκε και πάλι στην αποκάλυψη ενός εσωκομματικού “πολιτικού κουτσομπολιού”, αντί ακόμα μιας απόδειξης ενός προβλήματος που χρονίζει στην Κύπρο: η σχέση μεταξύ πολιτικής και ΜΜΕ.
Η προβληματικότητα στη σχέση πολιτικών και ΜΜΕ στην Κύπρο δεν είναι καινούριο ζήτημα, ούτε κάτι το οποίο είναι κρυφό, ούτε κάτι στο οποίο δυσκολεύεται κανείς να δει τη διαπλοκή.
Ενδεικτικά, το Reporters Without Borders (RSF) καταγράφει εδώ και χρόνια ότι οι άτυπες σχέσεις μεταξύ πολιτικών και ιδιοκτητών ΜΜΕ ενισχύουν την άμεση παρέμβαση στο δημοσιογραφικό έργο. Παράλληλα, υπογραμμίζει τη συγκέντρωση της ιδιοκτησίας, την έλλειψη διαφάνειας ως προς την ιδιοκτησία των μέσων και την άμεση ή έμμεση πίεση που ασκείται στο δημοσιογραφικό έργο.
Επομένως, το πρόβλημα είναι πολύ μεγαλύτερο από μία συνάντηση (γνωρίζοντας εκ των υστέρων το περιεχόμενο της συνάντησης).
Προεκλογικές περιόδοι και «πακέτα»
Παρακολουθώντας την κάθε προεκλογική περίοδο στην Κύπρο, δύσκολα μπορεί να αντιληφθεί κανείς τα όρια μεταξύ δημοσιογραφικού περιεχομένου και πολιτικής διαφήμισης.
Η αλληλεξάρτηση μεταξύ πολιτικών και ΜΜΕ είναι δεδομένη. Οι μεν χρειάζονται προβολή, οι δε χρειάζονται έσοδα. Δυστυχώς, μεταξύ των δύο δημιουργείται μια γκρίζα ζώνη στην οποία οι διαφορές μεταξύ ενημέρωσης και πληρωμένης προβολής είναι δυσδιάκριτες. Ειδικά από την στιγμή που η περιορισμένη διαφημιστική αγορά και η εξάρτηση των ΜΜΕ από διαφημιστικά έσοδα, τα καθιστούν πιο ευάλωτα στις εμπορικές πιέσεις.
Πακέτα προεκλογικής διαφήμισης, διαδικτυακά placements, (στημένες) συνεντεύξεις, αφιερώματα, ψηφιακή προβολή και άλλες υπηρεσίες επικοινωνίας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι μιας προεκλογικής “επένδυσης”. Και εννοείται, τίποτα από αυτά δεν είναι παράνομο. Το ερώτημα που προκύπτει είναι: γνωρίζει ο πολίτης πότε εκτίθεται σε δημοσιογραφικό περιεχόμενο και πότε σε πληρωμένη πολιτική διαφήμιση;
Αν όχι, τότε υπάρχει πρόβλημα διαφάνειας.
Δημοσκοπήσεις
Στην Κύπρο συνεχίζει να υφίσταται ένα μεγάλο κενό σχετικά με τον τρόπο που παρουσιάζονται και αξιοποιούνται οι δημοσκοπήσεις από τα ΜΜΕ. Βλέπουμε, διαχρονικά, αποτελέσματα να παρουσιάζονται με τρόπο που ξεκάθαρα εξυπηρετούν το αφήγημα του εντολέα της δημοσκόπησης.
Πώς διασφαλίζεται όμως η αξιοπιστία μιας δημοσκόπησης την ίδια ώρα που το ΜΜΕ που την ανέθεσε σε εταιρεία δημοσκοπήσεων, πουλά “υπηρεσίες” σε πολιτικούς ή κόμματα; Μια δημοσκόπηση δεν χρειάζεται να είναι ψευδής για να χρησιμοποιηθεί παραπλανητικά. Μόνο μέσω του τρόπου παρουσίασής της καθίσταται από εργαλείο ενημέρωσης σε εργαλείο πολιτικής διαφήμισης.
Το συγκεκριμένο ζήτημα εξακολουθεί να μην έχει ρυθμιστεί νομοθετικά και ερωτήματα όπως “Ποιος παρήγγειλε τη δημοσκόπηση;” και “Ποιος πλήρωσε τη δημοσκόπηση” θα παραμένουν αναπάντητα, και πάλι εις βάρος της διαφάνειας.
Η κρατική κανονικοποίηση της διαπλοκής
Ακούμε πολλά για τη διάκριση των εξουσιών, για ανεξαρτησία των θεσμών και για την ανάγκη των ΜΜΕ να μπορούν να ελέγχουν την εξουσία χωρίς να εξαρτώνται από αυτήν.
Στην Κύπρο το Διοικητικό Συμβούλιο του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού φορέα εξακολουθεί να διορίζεται από την εκάστοτε κυβέρνηση.
Το υφιστάμενο θεσμικό μοντέλο αφήνει χώρο για την ανάπτυξη επιρροής και εξάρτησης του δημόσιου φορέα ενημέρωσης από την κυβέρνηση. Η ανεξαρτησία δεν περιορίζεται μόνο όταν προκύπτει παρέμβαση στο δημοσιογραφικό έργο, αλλά και όταν υπάρχει το περιθώριο και η δυνατότητα για παρέμβαση.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο παράδοξο αναμένεται να καταργηθεί μέσω της Ευρωπαϊκής Πράξης για την Ελευθερία των Μέσων Ενημέρωσης (European Media Freedom Act – EMFA), που υποχρεώνει πλέον όλα τα κράτη-μέλη να αλλάξουν συστήματα διοίκησης και χρηματοδότησης των δημόσιων μέσων ενημέρωσης.
Ελευθερία του Τύπου: Η Κύπρος ως “προβληματική” χώρα
Με πληροφορίες το Press Freedom Index (RSF)

Στο Press Freedom Index 2026, η Κύπρος κατατάσσεται στην 80ή θέση σε σύνολο 180 χωρών, με βαθμολογία 56,91. Πρόκειται για τη χαμηλότερη θέση που βρέθηκε ποτέ η Κύπρος στη συγκεκριμένη κατάταξη και για την 3η συνεχόμενη χρονιά που καταγράφει πτώση (2024: 65, 2025: 77, 2026: 80).
Το πλέον ανησυχητικό δεδομένο είναι ότι η Κύπρος βρίσκεται πλέον στην προτελευταία θέση των χωρών της Ε.Ε. στην εν λόγω κατάταξη (πάνω από Ελλάδα και κάτω από Ουγγαρία).
Στον πολιτικό δείκτη του 2026, η Κύπρος κατατάσσεται στην 95η θέση. Στον οικονομικό δείκτη βρίσκεται στην 97η, στον νομικό στην 93η και στον κοινωνικό στην 105η. Η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη στον δείκτη ασφάλειας, όπου βρίσκεται στην 51η θέση.
Τα στοιχεία από το RSF καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι στην Κύπρο δεν υφίσταται θέμα φυσικής ασφάλειας, αλλά πολιτική, οικονομική και ιδιοκτησιακή πίεση πάνω στην ενημέρωση. Χαρακτηριστικά, γίνονται αναφορές σε άμεση παρέμβαση σε εκδοτικές αποφάσεις, συγκέντρωση των ΜΜΕ, έλλειψη διαφάνειας στο ιδιοκτησιακό καθεστώς και άτυπες σχέσεις μεταξύ πολιτικών και ιδιοκτητών ΜΜΕ.
Πολιτικοί και δημοσιογράφοι δεν είναι εχθροί
Κανένας σοβαρός άνθρωπος δεν υποστηρίζει ούτε και αναμένει ότι πολιτικοί και δημοσιογράφοι πρέπει να βρίσκονται απέναντι ο ένας στον άλλο.
Το αντίθετο. Η πολιτική και η δημοσιογραφία αλληλοσυμπληρώνονται και μια υγιής μεταξύ τους σχέση είναι απαραίτητη για τη δημοκρατία.
Αυτό που διαβρώνει τη δημόσια σφαίρα είναι η αδιαφάνεια.
- Ποιος πληρώνει;
- Ποιος έχει συμφέρον;
- Ποιος έχει πρόσβαση;
- Ποιος επηρεάζει ποιον;
Η υποκρισία της έκπληξης
Η έκπληξη μερικών για τη συνδιαλλαγή μεταξύ πολιτικών και ΜΜΕ στην Κύπρο είναι, τουλάχιστον, υποκριτική. Ειδικά όταν αυτή προέρχεται από ανθρώπους που για χρόνια είχαν τη δυνατότητα και την ισχύ να αντιμετωπίσουν θεσμικά το φαινόμενο και δεν το έπραξαν, αλλά, αντιθέτως, έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να το διευκολύνουν και να το διευρύνουν, γιατί κάποτε αυτοί ήταν εκείνοι που επωφελούνταν από την ύπαρξή του.
Το σύστημα αλληλεξάρτησης που λειτουργεί γύρω από ΜΜΕ και πολιτική στην Κύπρο δεν δημιουργήθηκε εκείνο το βράδι στη γνωστή ψαροταβέρνα της Λευκωσίας. Ούτε και συντηρείται μόνο από τα ΜΜΕ και τους πολιτικούς παράγοντες. Ούτε και τους εκδότες/ιδιοκτήτες/επιχειρηματίες. Συντηρείται, κυρίως, από όσους επικαλούνται τη διαπλοκή μόνο όταν η αναφορά της ταιριάζει στο δικό τους αφήγημα. Συντηρείται από αυτούς που για χρόνια ολόκληρα αναλώνονται σε συνθήματα για την ελευθερία του λόγου, την αναβάθμιση του δημοσιογραφικού προϊόντος και τη διαφάνεια, χωρίς να είναι πρόθυμοι να χάσουν τη δική τους σειρά εξυπηρέτησης.
Το πραγματικό ζητούμενο είναι η διαφάνεια. της ιδιοκτησίας των ΜΜΕ, του δημοσιογραφικού και του διαφημιστικού περιεχομένου, της χρηματοδότησης και του ελέγχου του εκδοτικού έργου.